Πλατεία της Συνοικίας Ντολτσό
Πόλη Καστοριάς : Το Ντολτσό και το Απόζαρι
Χτισμένη στη δυτική όχθη της Ορεστιάδας, της περίφημης λίμνης της, και απλωμένη στο λαιμό μιας λοφώδους χερσονήσου, η πόλη της Καστοριάς είναι ένα από τα πλέον γραφικά οικιστικά σύνολα της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η πόλη με τη μακρά ιστορική διαδρομή, που αποτυπώνεται στα σημαντικά μνημεία της, κατέστη πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο κατά τους Βυζαντινούς Χρόνους, ενώ επί Τουρκοκρατίας αποτέλεσε αξιόλογη καλλιτεχνική εστία χάρη στα ειδικά προνόμια που της παραχώρησε η τουρκική διοίκηση.
Πέραν των εξαίρετων θρησκευτικών μνημείων της (δεκάδες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες με μεγάλο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον και πλούσιο τοιχογραφικό διάκοσμο), η πόλη της Καστοριάς στολίζεται από υπέροχα αρχοντικά, τα οποία οικοδομήθηκαν την περίοδο κατά την οποία η περιοχή γνώρισε οικονομική άνθηση χάρη στη δραστηριότητα που ανέπτυξαν ντόπιοι έμποροι στην Κωνσταντινούπολη, τις παραδουνάβιες χώρες και την Κεντρική Ευρώπη.
Σε δύο συνοικίες-οικιστικούς πυρήνες με χαρακτηριστικές ονομασίες, το Ντολτσό και το Απόζαρι, στα νότια και τα βόρεια παραλίμνια εδάφη αντίστοιχα, διατηρούνται τα προαναφερθέντα αρχοντικά και συμπυκνώνεται η πλούσια αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική παράδοση της πόλης της Καστοριάς.
Τα επιβλητικά και μεγαλοπρεπή αρχοντικά της Kαστοριάς, διώροφα (ως επί το πλείστον) και τριώροφα οικοδομήματα του 18ου και του 19ου αιώνα, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον από την άποψη της αρχιτεκτονικής, της τοιχοδομίας και της διακόσμησής τους.

Στους εν λόγω αρχοντικούς οίκους απαντούν δείγματα της παραδοσιακής λαϊκής τέχνης που εφάρμοζαν την ίδια περίοδο και σε ναούς τα σινάφια των μαστόρων της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας.
Ειδικότερα, οι επιτοίχιες ζωγραφικές παραστάσεις αποτελούν εξαίρετα δείγματα λαϊκής ζωγραφικής των Μεταβυζαντινών Χρόνων.
Σε ό,τι αφορά την αρχιτεκτονική και την τοιχοδομία των καστοριανών αρχοντικών, το ισόγειο (κατώι) και ο πρώτος όροφος είναι πετρόχτιστα (χτισμένα με λιθοδομή), με ελάχιστους αεραγωγούς στο ισόγειο και λίγα μικρά παράθυρα στον ημιώροφο (μεσοπάτωμα) και τον όροφο.
Ο δεύτερος (και ο τρίτος) όροφος είναι χτισμένος με την τεχνική του ασβεστοχρισμένου τσατμά και διαθέτει αρκετά και μεγάλα παράθυρα, που κοσμούνται από πολύχρωμα βιτρό.
Ο ηλιακός (το στενόμακρο χαγιάτι) στον όροφο, τα προεξέχοντα σαχνισιά, που φωτίζονται με διπλή σειρά παραθύρων, το έντονο γείσωμα της ξύλινης στέγης, οι πλακοστρωμένες αυλές με τους ψηλούς μαντρότοιχους συγκαταλέγονται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των αρχοντικών της Καστοριάς.
Τα πλέον γνωστά καστοριανά αρχοντικά, άλλοτε κατοικίες ευπόρων Καστοριανών, είναι τα εξής: Εμμανουήλ (1750, νυν Ενδυματολογικό Μουσείο), Σαπουντζή (αρχές 18ου αιώνα), Τσιατσιαπά ή Τσιατσαπά (1754), Σκούταρη (1750), Νεράντζη – Αϊβάζη (18ος αιώνας, νυν Λαογραφικό Μουσείο), Παπατέρπου (1880), Mπασάρα (1750), Νατζή ή Ναντζή (1753), Βέργουλα (1850), Πηχεών (β’ μισό 19ου αιώνα, νυν Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα), Χριστόπουλου (1753).
Doltso District Square
City of Kastoria: Doltso and Apozari
Built on the west bank of Orestiada, the famous lake, and spread across the neck of a hilly peninsula, the town of Kastoria is one of the most picturesque residential ensembles of mainland Greece.
The city with its long historical route, reflected in its important monuments, became an intellectual and artistic center during the Byzantine times, while during the Turkish occupation it was a remarkable artistic focus thanks to the special privileges granted by the Turkish administration.
Apart from its excellent religious monuments (dozens of Byzantine and post-Byzantine churches with great architectural interest and rich mural decoration), the city of Kastoria is adorned by magnificent mansions, which were built during the period when the region flourished thanks to the activity developed by local merchants in Constantinople, the Danubian countries and Central Europe.
In two districts-residential cells with characteristic names, Doltso and Apozari, in the southern and northern lakeside territories respectively, the aforementioned mansions are preserved and the rich architectural and artistic tradition of the city of Kastoria is condensed.
The imposing and majestic mansions of Kastoria, two-storey (mostly) and three-storey buildings of the 18th and 19th centuries, are of great interest in terms of architecture, masonry and decoration.
In these archontical houses, there are examples of traditional folk art that applied in the same period and in temples the sinafia of the craftsmen of Epirus and Western Macedonia.
In particular, wall-mounted paintings are excellent examples of folk painting of the post-Byzantine years.
Regarding the architecture and the masonry of the Castorian mansions, the ground floor (thresholds) and the first floor are stone-built (built with stone), with few air ducts on the ground floor and a few small windows on the mezzanine (mezzanine) and the floor.
The second (and the third) floor is built with the technique of whitewashed tsatma and has several large windows, adorned by colorful stained glass.
The solar (the oblong hayati) on the floor, the protruding sachnisia, illuminated with a double row of windows, the intense filling of the wooden roof, the paved courtyards with the high walls are among the morphological characteristics of the mansions of Kastoria.
The most famous Castorian mansions, sometimes houses of well-off Castorians, are the following: Emmanouil (1750, now costume museum), Sapountzi (early 18th century), Tsiaatsiapa or Tsiaatsapas (1754), Skoutari (1750), Nerantzi — Aivazi (18th century, now Folklore Museum), Papaterpou (1880), Basara (1750), Natzi or Nantzi (1753), Vergula (1850), Picheon (second half 19th century, now Museum of Macedonian Struggle), Christopoulos (1753).
Πηγη/source https://www.tovima.gr/2020/10/05/culture/poli-kastorias-to-ntoltso-kai-to-apozari/