Ελληνικά
Στην περιοχή των Μεσογείων, οι γεωλογικές και κλιματικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την παρουσία μόνιμων επιφανειακών νερών (ποτάμια, λίμνες, πηγές), παρά μόνο παράκτιες και υποθαλάσσιες πηγές με υφάλμυρο νερό, στις παραλίες του Σαρωνικού και ορισμένες μικροπηγές στο ρέμα του Ερασίνου κοντά στη Βραώνα, χωρίς συνεχή ροή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Από την αρχαιότητα έως και σήμερα, οι ανάγκες σε νερό καλύπτονταν υδρομαστεύοντας το υπόγειο νερό με διάφορα υδροληπτικά έργα, όπως πηγάδια και υδραγωγεία. Τα αρχαιότερα υδροληπτικά έργα βρίσκονται μέσα στους οικισμούς ή γειτονικά προς αυτούς και κατά μήκος των οδικών αρτηριών της εποχής, όπως πχ τα πηγάδια στην περιοχή του κέντρου Υγείας στο Κορωπί, Πρωτοελλαδικής εποχής.
Τα υδραγωγεία είναι εκτεταμένα υδροληπτικά έργα, που στοχεύουν στην τεχνητή εκφόρτιση του υπόγειου νερού στην επιφάνεια σχηματίζοντας τεχνιτή πηγή. Πρόκειται για μια συνεχή υπόγεια σήραγγα, που εκμεταλλευόμενη την κλίση της μορφολογίας βγαίνει στην επιφάνεια. Σε μικρά διαστήματα υπάρχουν πηγάδια που συνδέονται με τη σήραγγα και χρησίμευαν για τον αερισμό και την αφαίρεση των υλικών εκσκαφής. Η σήραγγα βρίσκεται μερικώς μέσα στον υδροφόρο ορίζοντα, από όπου και τροφοδοτείται με νερό και μερικώς πάνω από τον υδροφόρο ορίζοντα στην εναέρια ζώνη, όπου στεγανοποιείται ο πυθμένας της και χρησιμεύει για τη μεταφορά του νερού.
Το μεγαλύτερο γνωστό αρχαίο υδραγωγείο είναι το Πεισιστράτειο υδραγωγείο των Αθηνών. Υδρομάστευε το υπόγειο νερό στις δυτικές παρυφές του Υμηττού και το μετέφερε σε απόσταση 6 km στο κέντρο της αρχαίας Αθήνας. Κατασκευάστηκε το 540-530 πΧ
Στην περιοχή του Κορωπίου είναι γνωστά δύο αρχαία υδραγωγεία, στο Τόχι και στη Χαλιδού, πολύ μικρότερων διαστάσεων, αλλά ίδιας φιλοσοφίας και τεχνολογίας.
Το αρχαίο υδραγωγείο της Χαλιδούς, υδρομαστεύει τον φρεάτιο υδροφόρο ορίζοντα (μικρού βάθους) της περιοχής και έχει ανακατασκευαστεί το 1939.
Έχει συνολικό μήκος 140μ και αποτελείται από έξι διαδοχικά φρεάτια, συνδεόμενα μεταξύ τους με την υπόγεια στοά. Το ακραίο πηγάδι, το πιο απομακρυσμένο από την πηγή, έχει βάθος 7,46μ, είναι στενό και χτισμένο με πέτρες και δεν είχε ανακαινιστεί το 1939. Τα υπόλοιπα πηγάδια, είχαν ανακαινιστεί το 1939, είναι φαρδύτερα και χτισμένα με τούβλα και μόνο στα βαθύτερα σημεία παραμένουν ανέπαφα και διακρίνει κανείς την αρχαία λιθοδομή. Το ρηχότερο πηγάδι, που βρίσκεται κοντά στην τεχνιτή πηγή, έχει βάθος 1,73μ. Η απόσταση μεταξύ των διαδοχικών πηγαδιών δεν παραμένει σταθερή και κυμαίνεται από 17 έως 29 μέτρα. Τα πηγάδια βρίσκονται σχεδόν σε ευθεία γραμμή.
Ο πυθμένας των βαθύτερων πηγαδιών βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια του υδροφόρου ορίζοντα και το βάθος τους ήταν μεγαλύτερο από το βάθος της κατώτερης στάθμης, ώστε να έχουν νερό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στα ρηχότερα ο πυθμένας βρίσκόταν στην ακόρεστη ζώνη, δηλαδή πάνω από τη στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα και έτσι το τμήμα της σήραγγας έπρεπε να είναι στεγανοποιημένο με κάποιο υλικό, πιθανόν άργιλο.
Η σήραγγα έχει πολύ μικρή κλίση 1,1%, ώστε να εξασφαλίζει φυσική ροή του νερού. Η ταχύτητα ροής, λόγω της κλίσεως είναι στρωτή, για να μη προκαλείται διάβρωση της σήραγγας και να μη προκαλείται μεγάλη πτώση στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα και σταματάει η λειτουργία του έργου. Με τη συνεχή ροή το νερό δεν παραμένει στάσιμο και δεν δημιουργούνται μικροοργανισμοί που το μολύνουν.
https://mthymettosgreece.com/axiotheata/idragogio-chalidous/
English
In the area of Mesogia, the geological and climatic conditions do not allow the presence of permanent surface water (rivers, lakes, springs), only coastal and underwater springs with brackish water, on the Saronic beaches and some micro-springs in the Erasinos stream near Vraona, without continuous flow throughout the year.
From ancient times to the present day, water needs were met by pumping underground water with various hydroleptic works, such as wells and aqueducts. The most ancient water treatment works are located inside the settlements or adjacent to them and along the road arteries of the time, such as the wells in the area of the Health center in Koropi, from the Early Helladic era.
Aqueducts are extensive hydroleptic works, aimed at the artificial discharge of underground water to the surface forming an artificial spring. It is a continuous underground tunnel, which, taking advantage of the slope of the morphology, comes to the surface. At short intervals there are wells connected to the tunnel and used for ventilation and removal of excavation materials. The tunnel is located partly inside the water table, from where it is supplied with water, and partly above the water table in the aerial zone, where its bottom is sealed and serves to transport water.
The largest known ancient aqueduct is the Peisistrate aqueduct of Athens. It pumped the underground water on the western outskirts of Hymettos and transported it 6 km to the center of ancient Athens. It was built in 540-530 BC
In the area of Koropi, two ancient aqueducts are known, in Tohi and Halidou, of much smaller dimensions, but with the same philosophy and technology.
The ancient aqueduct of Halidos irrigates the aquifer (shallow depth) of the area and was reconstructed in 1939.
It has a total length of 140m and consists of six consecutive wells, connected to each other with the underground portico. The end well, the furthest from the source, is 7.46m deep, is narrow and stone-built and had not been renovated in 1939. The remaining wells, renovated in 1939, are wider and brick-built only at the deepest points remain intact and one can distinguish the ancient stonework. The shallowest well, located near the artificial spring, has a depth of 1.73m. The distance between successive wells does not remain constant and varies from 17 to 29 meters. The wells are almost in a straight line.
The bottom of the deepest wells was below the surface of the water table and their depth was greater than the depth of the lowest level, so that they had water throughout the year. In the shallower areas the bottom was in the unsaturated zone, i.e. above the water table level and so the tunnel section had to be sealed with some material, possibly clay.
The tunnel has a very slight slope of 1.1% to ensure a natural flow of water. The flow speed, due to the slope, is laminar, in order not to cause erosion of the tunnel and not to cause a large drop in the water table level and stop the operation of the project. With the continuous flow, the water does not remain stagnant and no microorganisms are created that contaminate it.
https://mthymettosgreece.com/axiotheata/idragogio-chalidous/